Η Φοίβη Γιαννίση, μοιράζεται σκέψεις της με αφορμή την έκδοση του «Goatsong».
Oλόκληρη η συνέντευξη:

Φοίβη Γιαννίση: Η ποίηση μέσα από τη φωνή, το σώμα και τον χώρο. Η ποιήτρια μιλάει για τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της «Goatsong» από τις Fitzcarraldo Editions, έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους αυτή τη στιγμή στη Βρετανία.
-Ποιες θα ορίζατε ως αφετηρίες της ποίησής σας;
Η ποίηση ξεκινά από την κούνια με το άκουσμα των τραγουδιών. Των τραγουδιών και της τραγουδιστής γλώσσας. Η μαμά μου στιχάκια μας έδινε σε απάντηση κάθε λέξης. Την Μεγάλη Παρασκευή στο σπίτι μας ξυπνάγαμε με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και τη φωνή του Μπιθικώτση, Μεγάλωσα με την εξαίσια μελοποιημένη ποίηση, είχαμε όλους τους δίσκους του Μίκη κι αργότερα του Χατζιδάκι και του Σαββόπουλου, ακούω πάντα τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα λαϊκά του 1960 και του 1970 με τον διαμαντένιο στίχο και τον καθαρό ήχο του μπουζουκιού, και μου φουσκώνουν το στήθος. Αλλά έγραψα ποίηση με τις πρώτες αναγνώσεις των «Προσανατολισμών» του Ελύτη αλλά και των μεταφράσεων στα ελληνικά του Λόρκα που πήγαιναν μαζί με τις χαίνουσες συγκινήσεις της εφηβείας, και συνέχισα ρουφώντας την ελληνική γλώσσα σε όλες τις εποχές, τις διαλέκτους, τις γλώσσες, τις υβριδικότητες και μείξεις της, ακούγοντας τα ζωντανά λόγια όπου και να είμαι αλλά και διατρέχοντας τα λεξικά με τις λέξεις και τις ετυμολογίες, διαβάζοντας τα ποιήματα της Σαπφούς και την αρχαία λυρική ποίηση, τον Όμηρο, τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη και όλη την ελληνική πεζογραφία, τον Πλάτωνα, τα δημοτικά τραγούδια, τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο, τη Μάτση, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Ρίτσο, την κορυφαία όλων τελικά Μέλπω Αξιώτη που λατρεύω. Διάβασα ό,τι μπόρεσα από την δυτική μοντερνικότητα, με ιδιαίτερη αγάπη στην Μαρίνα Τσβετάγεβα και τον Ρίλκε, διάβασα και διαβάζω ποίηση από την Ιαπωνία και την Κορέα, με περιέργεια και ενθουσιασμό για την εξερεύνηση άλλων τρόπων και άλλων ζωών. Όμως μόνο η ποίηση στην δική μου γλώσσα με συγκινεί βαθιά και πραγματικά, τα υπόλοιπα τα αντιλαμβάνομαι διά του νοήματος αλλά όχι του πραγματικού αισθήματος της γλώσσας.

© Beowulf Sheehan
-Σε τι σκέψεις σας έχει οδηγήσει η έκδοση του «Goatsong» από τις Fitzcarraldo Editions και τι σχεδιάζετε για το επόμενο διάστημα;
Με βοήθησε να αποδεχθώ κάπως τον τρόπο μου, που συνεχώς μου ξεφεύγει. Είμαι ανυπόμονη γιατί έχω ήδη ολοκληρώσει και περιμένω να βγει ένα επόμενο βιβλίο, το «Πέλαγος. Έλεγοι και Επιγράμματα». Είναι φτιαγμένο από αποσπάσματα που διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν κύματα. Και αποτελεί μέρος από το υλικό ενός μεγαλύτερου πρότζεκτ που ακόμα δεν έχω βρει την υπόλοιπη μορφή του. Περιμένω με χαρά ακόμα να βγει και το «Αιγαίου 7. Προς μία αρχιτεκτονική της επιτέλεσης», ένα ιδιαίτερο βιβλίο ανάμεσα στην θεωρία και την ποίηση, που έχω γράψει μαζί με τον Ζήση Κοτιώνη για το σπίτι μας και την αγαπημένη γειτονιά μας, τον παραθαλάσσιο προσφυγικό Συνοικισμό της Αγριάς, στα περίχωρα του Βόλου. Έχω ήδη στα σκαριά καναδυό ποιητικά έργα ακόμα, και θέλω να μπω να ξαναφτιάξω χειροποίητα βιβλία, να βρω την ποίηση στην υλικότητα, όπως έκανα στο «Τέττιξ», στην «Αιγίδα», και το «Θέτις και Αηδών». Αλλά τώρα, πριν μερικές μέρες επισκέφτηκα το μαντρί μετά από χρόνια, και τρελαίνομαι να ξαναπάω, δεν ξέρω ακόμα ακριβώς γιατί. Θα επιθυμούσα τέλος να μπορούσε το έργο μου να γίνει μουσική - αλλά αυτό δεν εξαρτάται από μένα. Ίσως ζωντανή παράσταση. Και άλλα πολλά. Αν δεν με παρασύρει η ζωή, ή η θάλασσα και τα μπάνια, όπως συνήθως γίνεται, και τα ξεχάσω όλα.
-Να κολυμπήσω ή να γράψω;
-Να κολυμπήσω.
